Ανάμεσα στην παρακίνηση και την πραγματικότητα: ο ανθρώπινος ρόλος του HR

Ανάμεσα στην παρακίνηση και την πραγματικότητα: ο ανθρώπινος ρόλος του HR

Τα τελευταία χρόνια η έννοια της παρακίνησης έχει αλλάξει μορφή. Από πηγή έμπνευσης έγινε κανόνας συμπεριφοράς και από ενίσχυση μετατράπηκε σε προσδοκία. Να είμαστε θετικοί, ανθεκτικοί, δυνατοί. Κάθε μέρα. Σε κάθε συνθήκη.

Στην πράξη, όμως, αυτή η διαρκής προτροπή για αισιοδοξία συχνά δεν αφήνει χώρο για την πραγματικότητα. Γιατί η κούραση δεν χωράει σε slogans και το άγχος δεν λύνεται με quotes. Γιατί υπάρχουν μέρες που η ενέργεια απλώς δεν υπάρχει. Κι έτσι, αντί να ενδυναμώνεται ο άνθρωπος, μαθαίνει να προσαρμόζεται σιωπηλά. Να δείχνει καλά, ακόμη κι όταν δεν είναι.

Στον εργασιακό χώρο, αυτό αποτυπώνεται με τρόπους υπόγειους αλλά ουσιαστικούς. Η εξάντληση συχνά μεταφράζεται ως έλλειψη διάθεσης και η συναισθηματική φόρτιση γίνεται αόρατη. Η ανάγκη για παύση αντιμετωπίζεται ως απόκλιση από το «σωστό» mindset με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια κουλτούρα όπου όλοι δείχνουν λειτουργικοί ενώ λίγοι είναι πραγματικά.

Παράλληλα, στον δημόσιο λόγο και ιδιαίτερα στα επαγγελματικά δίκτυα, κυριαρχεί ένα αφήγημα που, αν και ακούγεται ενδυναμωτικό, συχνά είναι απλουστευτικό. «Άλλαξε ό,τι δεν σου αρέσει». «Φύγε από τη δουλειά που δεν σε εκφράζει». «Πάρε τη ζωή στα χέρια σου». Υπονοείται ότι η αλλαγή είναι πάντα θέμα απόφασης και ότι, αν δεν την κάνεις, κάτι δεν έκανες σωστά.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη.

Δεν ξεκινούν όλοι από το ίδιο σημείο. Δεν έχουν όλοι το ίδιο οικονομικό περιθώριο, την ίδια ψυχική ανθεκτικότητα ή το ίδιο δίκτυο στήριξης. Δεν βρίσκονται όλοι στην ίδια φάση ζωής. Κάποιοι μεγαλώνουν παιδιά, κάποιοι φροντίζουν γονείς, κάποιοι απλώς προσπαθούν να σταθούν όρθιοι μετά από μια δύσκολη περίοδο.

Σε αυτές τις συνθήκες, το «απλώς φύγε» δεν λειτουργεί ως παρακίνηση. Λειτουργεί ως πίεση και ενίοτε ως ενοχοποίηση.

Αυτή η τοξική θετικότητα δεν αφήνει χώρο για κόπωση, αμφιβολία ή παύση. Δεν αναγνωρίζει ότι υπάρχουν περιβάλλοντα που εξαντλούν και συστήματα που δεν αλλάζουν εύκολα. Μεταφέρει διαρκώς την ευθύνη στο άτομο και αποσιωπά τον ρόλο της κουλτούρας, της ηγεσίας και των πραγματικών συνθηκών εργασίας.

Και εδώ ακριβώς το HR καλείται να κρατήσει μια λεπτή αλλά κρίσιμη ισορροπία. Να σταθεί ανάμεσα στους στόχους και στους ανθρώπους. Να υπενθυμίσει ότι η ανθεκτικότητα δεν χτίζεται με πίεση και ότι η δέσμευση δεν γεννιέται από την άρνηση των συναισθημάτων. Χτίζεται όταν υπάρχει χώρος να ειπωθεί το «δεν είμαι καλά» χωρίς φόβο και ενοχή.

Ο ρόλος του HR δεν είναι να καλλιεργεί διαρκή ενθουσιασμό. Είναι να καλλιεργεί ασφάλεια. Να επαναφέρει τη γλώσσα στην πραγματικότητα. Να εκπαιδεύει ηγεσίες που ακούν πριν απαντήσουν και παρατηρούν πριν αξιολογήσουν. Να συνδέει την ευεξία όχι με μεμονωμένες παροχές, αλλά με τον καθημερινό ρυθμό, τα όρια, τις προσδοκίες και τις πρακτικές που εφαρμόζονται στην πράξη.

Η υγιής παρακίνηση δεν φωνάζει συνθήματα και δεν υπόσχεται εύκολες λύσεις. Και κυρίως δεν μετατρέπει την αλλαγή σε ηθική υποχρέωση. Αναγνωρίζει ότι η αλλαγή είναι δικαίωμα, όχι καθήκον. Ότι υπάρχουν φάσεις ζωής για άλματα, αλλά και φάσεις για επιβίωση. Ότι μερικές φορές η πιο γενναία επιλογή δεν είναι να φύγεις, αλλά να προστατεύσεις τον εαυτό σου όσο μπορείς, μέχρι να μπορέσεις πραγματικά να επιλέξεις.

Όταν η φροντίδα παύει να είναι ατομική υπόθεση και γίνεται οργανωτική στάση, κάτι αλλάζει ουσιαστικά. Οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να φορούν χαμόγελα για να αντέξουν. Μπορούν να είναι ολόκληροι. Με τις καλές και τις δύσκολες τους μέρες. Και αυτή η στάση δεν μένει μέσα στον οργανισμό. Τη μεταφέρουν και έξω. Στις σχέσεις τους. Στη ζωή τους.

Κι ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό ζητούμενο σήμερα. Να μην παρακινούμε συνεχώς τους ανθρώπους να αντέχουν περισσότερο, αλλά να δημιουργούμε περιβάλλοντα όπου δεν χρειάζεται να προσποιούνται ότι αντέχουν.

Η πραγματική ενδυνάμωση δεν λέει «μπορείς τα πάντα».
Λέει «σε βλέπω, σε καταλαβαίνω και έχεις δικαίωμα να προχωρήσεις με τον δικό σου ρυθμό».

Και αυτό, τελικά, είναι πολύ πιο ανθρώπινο.

 

ΣΔΑΔΕ | GPMA